Φεγγαροστολίσματα!!!

Archive for the ‘Αγαπημένα ποιήματα..’ Category

«Πέρασα»

Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι,δεν είμαι λυπημένη.

Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’όλα.Λίγο απ’όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.
Όχι δεν ειμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ’αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.
Όχι,δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα από κήπους,στάθηκα σε συντριβάνια και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς,καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι,δεν είμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσα τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετιστήριο από την Πάτρα
και κάτι χαιρετίσματα
απο τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι,δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.

Mίλησα πολύ.Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες,στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.
Όχι,δεν είμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από εδώ,πήγα και από εκεί…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από εδώ,έχασα κι από κεί.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι από την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος.Πές πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
από το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιάν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημιάς.
Όχι,δεν είμαι λυπημένη.

Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου έλειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή,με ακόνισε.
Όχι,δεν είμαι λυπημένη.

Όσο μπόρεσα έφερ’αντίσταση σ’αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ,να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα.

Όχι,δεν είμαι λυπημένη.
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.

K.ΔΗΜΟΥΛΑ

Advertisements

Σε δύο εβδομάδες περίπου έρχεται <Πάσχα>

Σας αφήνω αυτήν την επιστολή που διάβασα κάπου. 

«Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων,
αγάπην δε μη έχω,
γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλλαλάζον…
Η αγάπη μακροθυμεί, αγαθοποιεί – η αγάπη δεν φθονεί,
η αγάπη δεν αυθαδιάζει, δεν επαίρεται, δεν ασχημονεί,
δεν ζητεί τα εαυτής, δεν παροξύνεται,
δε λογίζεται το κακόν – δεν χαίρει εις την αδικίαν,
χαίρει δε εις την αλήθειαν.
Πάντα ανέχεται, πάντα πιστεύει, πάντα υπομένει.

Η <>α γ ά π η <> ο υ δ έ π ο τ ε <> ε κ π ί π τ ε ι . »

(Απόστολος Παύλος – Α΄ προς Κορινθίους επιστολή)

Ετικέτες:
instantmsg2520freddo252ff6.gif

Σ’ένα καφενεδάκι..

Δεν υπάρχει σήμερα ζωή χωρίς τεχνολογία
Μέσα απ’ το «γυαλί» μίλησα μαζί σου
Σε συνάντησα, μα ποτέ δεν σε είδα
Κοιτάζοντας την άψυχη οθόνη,
Πατώντας τα κουμπιά του πληκτρολόγιου μου
‘Ηρθε η μέρα ν’ αποδείξεις τα λόγια σου.

Σ’ ένα καφενεδάκι στο κέντρο της πόλης το ραντεβού μας
Πλησίασα το καφενεδάκι, ένα χαμόγελο άνθιζε στα χείλη μου
Δοκίμασα να σοβαρευτώ
Πεταλούδες φτερούγιζαν στο στομάχι μου
Το ημίφως μου έδινε στα νεύρα,
Κάθισα στο τραπέζι όπως είχαμε συμφωνήσει,
Ακούμπησα το κόκκινο τσαντάκι,
Κι οπτασίες αγνώστων σκιών τρεμόσβηναν απ’ τα καντήλια.

‘Εκανε ζέστη, ιδρώτας έτρεχε απ’ το πρόσωπό μου
Μουσκεύοντας τα χέρια μου
Κοίταξε γύρω μου, υπήρχαν κι άλλα τρεμοσβήνοντας
καντήλια,
Μια ατμόσφαιρα μυστηρίου ή αβεβαιότητας μ’ έπνιγε,
Tαχτικά έπινα το καφέ μου σ’ αυτό το καφενεδάκι.
Η απόσταση απ’ την είσοδο στο τραπέζι, φαινόταν ατέλειωτη,
‘Αρα, ήταν πάντα τόσο μεγάλη?

Περίμενα και περίμενα, περιμένοντας να σε δω.
Αλλά ποιος να ήσουν εσύ?
Περίμενα και περίμενα,
Είμαι τόσο ευτυχισμένη που περίμενα!

Κλεοπάτρα Παναγιωσούλη

w_milos.jpg

452.jpg

Ναι, αγαπημένη μου. Πολύ πριν να σε συναντήσω
εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα.

Σαν είμουνα παιδί και μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου
έσκυβε και με ρωτούσε. Τι έχεις αγόρι;
Δε μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τον ώμο της
έναν κόσμο άδειο από σένα.
Και καθώς πηγαινόφερνα το παιδικό κοντύλι
είτανε για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.
Όταν ακούμπαγα στο τζάμι της βροχής είταν που αργούσες ακόμα όταν τη νύχτα κοίταζα τ’ αστέρια είταν γιατί μου λείπανε τα μάτια σου κι όταν χτύπαγε η πόρτα μου κι άνοιγα δεν είτανε κανείς. Κάπου όμως μες στον κόσμο είταν η καρδιά σου που χτυπούσε.

Έτσι έζησα. Πάντοτε.

Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά – θυμάσαι; – μου άπλωσες τα χέρια σου τόσο τρυφερά σα να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια με γνώριζες. Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου αγαπημένη μου.

Θυμάσαι, αγάπη μου, “την πρώτη μεγάλη μέρα μας”;
Σου πήγαινε αυτό το κίτρινο φόρεμα
έν’ απλό φτηνό φόρεμα, μα είταν τόσο όμορφα κίτρινο.
Οι τσέπες του κεντημένες με μεγάλα καφετιά λουλούδια.
Σου πήγαινε στο πρόσωπο σου ο ήλιος
σου πήγαινε στην άκρη του δρόμου αυτό το τριανταφυλλένιο σύννεφο κι αυτή η φωνή μακριά ενός πλανόδιου ακονιστή – σου πήγαινε.

Έβαζα τα χέρια μου στις τσέπες, τα ξανάβγαζα.
Βαδίζαμε δίχω λέξη. Μα και τι να πει κανείς
όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός και τα μάτια σου
τόσο μεγάλα. Ένα παιδί στη γωνιά τραγούδαγε τις λεμονάδες του. Ήπιαμε μια στα δυο. Κι αυτό το χελιδόνι που πέρασε ξαφνικά πλάι στα μαλλιά σου. Τι σου είπε λοιπόν;

Είναι τόσο όμορφα τα μαλλιά σου. Δεν μπορεί, κάτι θα σου είπε.

Το ξενοδοχείο είταν μικρό σε μια παλιά συνοικία πλάι στο σταθμό που μες στην αντηλιά κοιτάζαμε να μανουβράρουμε τα τραίνα.

Αλήθεια κείνη η άνοιξη, εκείνο το πρωινό, εκείνη η απλή κάμαρα της ευτυχίας αυτό το σώμα σου που κράταγα πρώτη φορά γυμνό αυτά τα δάκρυα που δεν μπόρεσα στο τέλος να κρατήσω
– πόσο σου πήγαιναν.

Α, θα ‘θελα να φιλήσω τα χέρια του πατέρα σου, της μητέρας σου τα
γόνατα που σε γεννήσανε για μένα
να φιλήσω όλες τις καρέκλες που ακούμπησες περνώντας με το φόρεμα σου να κρύψω σα φυλαχτό στον κόρφο μου ένα μικρό κομμάτι απ’ το σεντόνι που κοιμήθηκες. Θα μπορούσα ακόμα και να χαμογελάσω στον άντρα που σ’ έχει δει γυμνή πριν από μένα να του χαμογελάσω, που του δόθηκε μια τόση ατέλειωτη ευτυχία. Γιατί εγώ, αγαπημένη, σου χρωστάω κάτι πιο πολύ απ’ τον έρωτα εγώ σου χρωστάω το τραγούδι και την ελπίδα, τα δάκρυα και πάλι την ελπίδα.

Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.

Τάσος Λειβαδίτης

5591551.jpg

Tόσο η νύχτα,
τόσο η βοή
στον άνεμο
τόσο η στάλα
στον αέρα,
τόσο η σιγαλιά
τριγύρω η θάλασσα
η δεσποτική
καμάρα τ’ ουρανού
με τ’ άστρα
τόσο η ελάχιστή σου
αναπνοή
Που πια δεν έχω
τίποτε άλλο
μεσ’ στους τέσσερις
τοίχους,
το ταβάνι,το πάτωμα
να φωνάζω από σένα
και να με χτυπά
η φωνή μου
να μυρίζω
από σένα
και ν’ αγριεύουν
οι άνθρωποι
επειδή
το αδοκίμαστο
και το απ’ αλλού
φερμένο
δεν τ’ αντέχουν
οι άνθρωποι
κι είναι νωρίς,
μ’ ακούς
είναι νωρίς ακόμη
μεσ’ στον κόσμο αυτόν,
αγάπη μου
να μιλώ για σένα
και για μένα.

* Oδυσσέας Ελύτης *

Έρχονται ώρες, που ξαφνικά σε πλημμυρίζει ολάκαιρο
η νοσταλγία του ανέκφραστου-σαν τη θολή, αόριστη ανά-
μνηση απ΄τη γεύση ενός καρπού,
πούφαγες κάποτε, πριν χρόνια, σαν ήσουνα παιδί,
μια μέρα μακρινή, λιόλουστη-και θέλεις να τη θυμηθείς
κι όλο ξεφεύγει. Τα μάτια σου
γεμίζουν τότε απόνα θάμπος χαμένων παιδικών καιρών.
Ή ίσως κι από δάκρυα.

Γι΄ αυτό, σας λέω, πιστεύετε πάντοτε έναν άνθρωπο που
κλαίει.
Είναι η στιγμή που σας απλώνει το χέρι του,
φιμωμένο και γιγάντιο,
Εκείνο που ποτέ δε θα ειπωθεί.
Τάσος Λειβαδίτης


a

Blog Stats

  • 122,449 hits
Ιουλίου 2018
Σ Κ Δ Τ Τ Π Π
« Μάι.    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Σελίδες

Advertisements